ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗΣ

οστεοπόρωση

(Οστική πυκνότητα και συμπληρωματικός αιματολογικός έλεγχος)

• Γενική αίματος ΤΚΕ και εικόνα περιφερικού αίματος
• Γενική ούρων
• Σάκχαρο
• Κρεατινίνη
• ALP
• ALT
• Φερριτίνη
• Φυλλικό οξύ
• Κάλιο, Νάτριο, Ασβέστιο, Φώσφορος, Μαγνήσιο
• Vit 25 (ΟΗ) D3
• PTH
• *Δείκτες οστικής μεταβολικής δραστηριότητας:
Οστεοκαλτσίνη, ΝΤΧ ή CTX χιαστό τελοπεπτίδιο (βλ. σχόλια)
• Μέτρηση οστικής πυκνότητας ΟΜΣΤ και αυχένος μηριαίου

*Προαιρετικά με την έναρξη της θεραπείας και 4-6 μήνες μετά σε πρωινό δείγμα ορού πριν το φαγητό.

Περισσότερα

ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟ ΓΙΑΤΡΟ

Στείλτε τις ερωτήσεις σας και οι γιατροί μας θα σας απαντήσουν άμεσα.

Η οστεοπόρωση σε γυναίκες με ή χωρίς εμμηνόπαυση

Σπανιότερα, εκτός από την εμμηνόπαυση (πρώιμη ή κανονική) και ιδιαίτερα σε γυναίκες με πολύ χαμηλό Z-score μπορεί να συμβάλλουν και άλλοι δευτερογενείς παράγοντες στην οστεοπόρωση ή και να ευθύνονται εξ ολοκλήρου, όπως για παράδειγμα: φάρμακα (κορτικοειδή, θυρεοειδικές ορμόνες, φαρμακευτικός υπογοναδισμός, αντιεπιληπτικά, ηπαρίνη σε χρόνια χρήση) ή και υποκείμενα νοσήματα ή διαταραχές: σακχαρώδης διαβήτης, σύνδρομο Cushing, υπερπαραθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, ρευματοειδής αρθρίτιδα, μυέλωμα, πρωτοπαθής αμυλοείδωση, σύνδρομα δυσαπορρόφησης και κυρίως σιωπηλή μορφή κοιλιοκάκης των ενηλίκων κ.ά.

Είναι προφανές ότι οι παράγοντες αυτοί αφορούν γυναίκες κάθε ηλικίας, αλλά και άνδρες.

Οι Βιοχημικοί Δείκτες Οστικής Μεταβολικής Δραστηριότητας ΒΔΟΜΔ (δείκτες οστικής παραγωγής: οστικό κλάσμα αλκαλικής φωσφατάσης, οστεοκαλτσίνη, Ν-τελοπεπτίδιο προκολλαγόνου Ι και δείκτες οστικής απορρόφησης: Ν-χιαστό-τελοπεπτιδιο-ΝΤΧ, C-χιαστό-τελοπεπτίδιο-CTX, ανθεκτικό στο τριγυκό οξύ κλάσμα της όξινης φωσφατάσης-TRAP5b) παρά τη βελτίωση, τελευταία, της αναλυτικής μεταβλητότητας έχουν ενδογενή μεταβλητότητα (βιορυθμό) και υψηλό κόστος.

Επιλέγεται ένας δείκτης από κάθε ομάδα. Οι ΒΔΟΜΔ είναι πολύ χρήσιμοι, κυρίως ως δείκτες ανταπόκρισης στη θεραπεία και ανίχνευσης περιπτώσεων υψηλού κινδύνου για κατάγματα.

Ειδικότερα, οι δείκτες οστικής απορρόφησης, ύστερα από 3-6 μήνες από την έναρξη της θεραπείας με διφωσφονικά ή οιστρογόνα, μειώνονται σημαντικά και γρηγορότερα από τους δείκτες οστικής παραγωγής και αποτελούν το πρωιμότερο μέτρο ανταπόκρισης και συμμόρφωσης στην αγωγή.

Ακόμη, γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (πάνω από 65 ετών) χωρίς σημαντική μείωση οστικής μάζας αλλά με αυξημένους δείκτες οστικής απορρόφησης, αποτελούν άτομα υψηλού κινδύνου για κατάγματα και έχουν άμεση ανάγκη για έναρξη αγωγής.

Ο θεράπων γιατρός ύστερα από λεπτομερές ιστορικό, κλινική εξέταση και συνεκτίμηση των ευρημάτων, θα καθορίσει εάν απαιτείται συμπληρωματικός, εξατομικευμένος πλέον εργαστηριακός έλεγχος για την οριστική διάγνωση και θεραπεία.